γλυκύδακρυς

γλῠκύ-δακρυς, υ,
A shedding sweet tears,

Ἔρως AP7.419

(Mel.), 12.167 (Id.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκύδακρυς — γλυκύδακρυς, υ (Α) αυτός που φέρνει στα μάτια γλυκά δάκρυα («γλυκύδακρυς Ἔρως») …   Dictionary of Greek

  • γλυκύδακρυς — shedding sweet tears masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκύδακρυν — γλυκύδακρυς shedding sweet tears masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκ(ο)- — και γλυκύ πρώτο συνθετικό λέξεων τής αρχαίας (γλυκύ ), μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από το επίθετο γλυκύς/ γλυκός ή το επίρρ. γλυκά, που δηλώνει ποικιλία σημασιών:1. Γλυκύτητα στη γεύση και, κατ επέκταση, σε οποιαδήποτε άλλη από τις αισθήσεις.… …   Dictionary of Greek

  • δάκρυ — Υγρό διαφανές των δακρυϊκών αδένων, αντίδρασης αλκαλικής, το οποίο χρησιμεύει για την ύγρανση του βολβού του οφθαλμού και την απομάκρυνση ξένων σωμάτων. Το δ. περιέχει νερό και ανόργανες ουσίες, κυρίως χλωριούχο νάτριο και μαγνήσιο, θειούχο και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.